.

.

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2016

Απεργία στη Γαλλία: Η βιομηχανική εργατική τάξη στο προσκήνιο

Οι απεργιακές κινητοποιήσεις της εργατικής τάξης της Γαλλίας τις τελευταίες εβδομάδες, χωρίς αμφιβολία, συγκλονίζουν τη συγκεκριμένη χώρα και αδιαμφισβήτητα έχουν προκαλέσει το δικαιολογημένο ενδιαφέρον ανεξαίρετα όλων των εργαζομένων στην υπόλοιπη Ευρώπη και βεβαίως στη χώρα μας.
Το κύριο στοιχείο, στο οποίο πρέπει να σταθεί κανείς είναι η γενική παραδοχή ότι σε συνθήκες παρατεταμένης κρίσης και οικονομικής στασιμότητας σε μια ιμπεριαλιστική δύναμη όπως η Γαλλία, τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, «παραλύει η οικονομική ζωή» και εκφράζονται ανοιχτά φόβοι για το κατά πόσο μπορεί να διεξαχθεί τις επόμενες μέρες στις Γαλλικές πόλεις το πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου των εθνικών ομάδων (EURO 2016) από ένα τέτοιο απεργιακό κύμα!
Το δεύτερο στοιχείο, το οποίο πρέπει να ληφθεί υπόψη για να γίνει κατανοητό το τι συμβαίνει στη Γαλλία από την άποψη της κίνησης των μαζών, είναι το γεγονός ότι αυτό το απεργιακό κύμα εξελίσσεται κλιμακούμενο σε συνθήκες κήρυξης της χώρας αυτής σε «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» μετά το τρομοκρατικό χτύπημα στο Bataclan το περασμένο φθινόπωρο.
Για να γίνει αντιληπτή η συγκεκριμένη παράμετρος που θίγουμε θα πρέπει να επισημάνουμε πως, ενώ, δεν είναι η πρώτη φορά που η Γαλλική εργατική τάξη τα τελευταία χρόνια γίνεται ένα από τα πρώτα θέματα στη διεθνή ειδησεογραφία για τις απεργιακές της κινητοποιήσεις, είναι όμως η πρώτη φορά, που μια τόσο δυναμική απεργιακή μάχη με μαζικά χαρακτηριστικά συντελείται σε συνθήκες εφαρμογής στρατιωτικού νόμου και πρωτόγνωρης ιδεολογικής τρομοκρατίας (για να είμαστε ακριβείς θα πρέπει να μιλήσουμε για μια τρομοϋστερία χωρίς προηγούμενο τις τελευταίες δεκαετίες. Μόνο με το κλίμα που διαμορφώθηκε στις ΗΠΑ μετά την 11η του Σεπτέμβρη του 2001 μπορεί να συγκριθεί.) σε βάρος των λαϊκών μαζών!
Το τρίτο στοιχείο, ως συνέχεια του προηγούμενου, που πρέπει να ξεχωρίσει κανείς, είναι η αντοχή και η κλιμάκωση των κινητοποιήσεων αυτών και με τα «εργατικά» χαρακτηριστικά που έχουν προσλάβει οι τελευταίες, καθώς η «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» έχει και πρακτικό αντίκτυπο. Και το λέμε αυτό γιατί έχει οδηγήσει στην εφαρμογή μιας κυβερνητικής απόπειρας σκληρής καταστολής από τις ειδικές δυνάμεις της αστυνομίας και τη δικαστική εξουσία, με συλλήψεις και δικαστικές διώξεις (τη στιγμή αυτή, Τρίτη 31 Μάη, που γράφονται αυτές τις γραμμές απεργοί βρίσκονται στις Γαλλικές φυλακές!), ακόμα και την εφαρμογή «προληπτικών» απαγορεύσεων και περιορισμού του δικαιώματος του «συνέρχεσθαι», πράγματα δηλαδή, που πριν λίγα χρόνια στη Γαλλία θα θεωρούνταν αδιανόητα. Στελέχη της μεγαλύτερης Συνομοσπονδίας των Γάλλων εργατών (CGT) μιλούν για τη μεγαλύτερη καταστολή που έχει γνωρίσει η εργατική τάξη της χώρας στη μετά το Μάη του ’68 εποχή!
Στη δημόσια συζήτηση πια στη Γαλλία ανακινείται θέμα νομιμότητας της ύπαρξης της CGT, η οποία δέχεται μια άνευ προηγούμενου επίθεση από το σύνολο των Γαλλικών αστικών ΜΜΕ, με ιδιαίτερα βρώμικο ρόλο να διαδραματίζει πρωτοστατώντας η εφημερίδα «Le Monde».
Από την άποψη αυτή θα λέγαμε ότι η Γαλλία είναι και ένα δοκιμαστήριο της ταξικής πάλης για τις επόμενες δεκαετίες τόσο σε Ευρωπαϊκό επίπεδο όσο και σε διεθνές, διότι σε συνθήκες κρίσης επιταχύνεται η στροφή της αστικής τάξης στην πολιτική αντίδραση. Η πάλη της εργατικής τάξης της Γαλλίας αποτελεί αδιαφιλονίκητο γεγονός ότι οι διαθέσεις αντίστασης των εργαζομένων κατά της οικονομικής πολιτικής και της αντεργατικής επίθεσης των μονοπωλίων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπάρχουν, διευρύνονται και η ταξική πάλη μπορεί να οξυνθεί με όρους μαζών ακόμα και κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες.
Όμως δεν είναι μόνο τα παραπάνω χαρακτηριστικά, τα οποία κάνουν υποχρεωτική την παρακολούθηση και την μελέτη των γεγονότων της Γαλλίας, την άντληση και κωδικοποίηση των διδαγμάτων της ταξικής πάλης στη χώρα αυτή, η οποία έτσι κι αλλιώς αποτέλεσε ιστορικά πηγή, αλλά και βάση της μελέτης των Κλασικών του Μαρξισμού-Λενινισμού, ειδικότερα και ιδιαίτερα σε ότι αφορά τα πολιτικά διδάγματα της πάλης των τάξεων, διδάγματα που αποτέλεσαν συστατικό στοιχείο του επιστημονικού σοσιαλισμού. Άλλωστε χωρίς την πείρα της Κομμούνας του Παρισιού ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι δεν θα αντιμετώπιζαν όπως αντιμετώπισαν τα Ρωσικά Σοβιέτ και δεν θα ήταν γεγονός η Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση.
Θυμίζουμε σ’ αυτό το σημείο μια υπόμνηση του Ένγκελς: «η Γαλλία είναι η χώρα όπου περισσότερο από οπουδήποτε αλλού οι ταξικοί αγώνες έφταναν κάθε φορά ως την αποφασιστική μάχη και όπου συνεχώς, διαγράφονταν με τον πιο ανάγλυφο τρόπο οι μεταβαλλόμενες πολιτικές μορφές που μέσα τους κινούνται οι ταξικοί αγώνες και όπου συνοψίζονται τ’ αποτελέσματά τους» (Καρλ Μαρξ, «Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη», πρόλογος του Φρ. Ένγκελς στην τρίτη γερμανική έκδοση το 1885, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, σελ. 11-12).
Βεβαίως σήμερα δεν βρισκόμαστε στο ίδιο σημείο για να πούμε ότι θα φτάσει ως την «αποφασιστική μάχη» η απεργία στη Γαλλία, με την έννοια της διεκδίκησης της εξουσίας. Υπάρχουν ωστόσο δύο ακόμα πτυχές των σημερινών γεγονότων, που είναι εξίσου «πρωτότυπες» σε ότι αφορά την εξέλιξη της ταξικής πάλης στο σύνολο των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετά το ξέσπασμα της γενικής οικονομικής κρίσης του καπιταλισμού σε παγκόσμιο επίπεδο το 2007-2008.
Η πρώτη αφορά στη μετατροπή μιας απεργίας σε πολιτικό γεγονός όπως δεν το έχουμε ξαναζήσει τα τελευταία πολλά χρόνια σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και η δεύτερη πτυχή αφορά σ’ αυτή καθαυτή την οργάνωση της εργατικής τάξης, του ρόλου των «παραδοσιακών» συνδικάτων και τις μορφές πάλης που χρησιμοποιούνται. Και όλα αυτά σε συνδυασμό με το ότι η Γαλλία τελεί ουσιαστικά υπό καθεστώς στρατιωτικού νόμου, όπως είπαμε στην αρχική ενότητα του άρθρου μας, και ακόμα και η CGT απειλείται δημοσίως και ανοιχτά να τεθεί εκτός νόμου. Ας εξετάσουμε τώρα τις δύο πτυχές που αναφέραμε –πέραν του «καθεστώτος έκτακτης ανάγκης», για να απαντήσουμε στο ερώτημα που αντικειμενικά γεννιέται: Τι πραγματικά συμβαίνει αυτή τη στιγμή στη Γαλλία;
Οι κινητοποιήσεις στη Γαλλία ξεκίνησαν τον περασμένο Μάρτη με τη μορφή των συγκεντρώσεων σε πλατείες του Παρισιού και άλλων μεγάλων πόλεων κυρίως από νεολαία και χωρίς την αρχική συμμετοχή των συνδικάτων. Αιτία ήταν η αντίδραση στην αντεργατική μεταρρύθμιση «Ελ Κομρί», όπως ονομάζεται από το όνομα της υπουργού Εργασίας, η νομοθετική παρέμβαση της Γαλλικής κυβέρνησης στο σύνολο του ισχύοντος πλαισίου των εργασιακών σχέσεων (συλλογικές συμβάσεις, ωράριο εργασίας, αμοιβή υπερωριών, άδειες, ρεπό, αποζημιώσεις-απολύσεις, ρόλος των συνδικάτων κλπ) που υπηρετούν αυτό που με μαρξιστικούς όρους λέμε «μείωση της τιμής της εργατικής δύναμης».
Στα τέλη Μάρτη – αρχές Απρίλη, άρχισαν να μπαίνουν στις κινητοποιήσεις και οι εργαζόμενοι. Όχι χωρίς αντιδράσεις από τις Γαλλικές «πλατείες», στις οποίες αναπτύχθηκαν δύο ρεύματα. Ένα που ήθελε τα συνδικάτα στον αγώνα και ένα άλλο που έστεκε ενάντιά τους και αντιδρούσε στην πρόσμειξη της οργανωμένης συνδικαλιστικά εργατικής τάξης με τα αυθόρμητα ξεσπάσματα νεολαίας και μικροαστικών στρωμάτων ή εργαζομένων με μικροαστική συνείδηση.
Οι πρώτες απεργίες όταν έγιναν πια γεγονός για μεγάλους βιομηχανικούς κλάδους, κέντρα ενέργειας και κόμβους μεταφοράς σε πολλές γαλλικές πόλεις έλυσαν το ζήτημα της παραπάνω ιδεολογικοπολιτικής αντιπαράθεσης. Η βιομηχανική εργατική τάξη με κεντρικό αίτημα την πλήρη απόσυρση της «μεταρρύθμισης», πήρε τα ηνία του αγώνα στα χέρια της και πλέον αποκτά την υποστήριξη της πλειοψηφίας της λεγόμενης «κοινής γνώμης» της Γαλλίας, ακόμα με ποσοστά μεγαλύτερα του 60% σύμφωνα με ορισμένες δημοσκοπήσεις.
Βεβαίως το κύριο, σχεδόν το αποκλειστικό βάρος της οργάνωσης των απεργιακών αγώνων το σηκώνει η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών της Γαλλίας (CGT) στις γραμμές της οποίας δρουν οι Κομμουνιστές, αν και η πλήρης αλήθεια είναι πως η CGT διασώθηκε και διατηρεί σημαντικό μέρος του κύρους της στους εργάτες, γιατί αρκετές φορές δρα ακόμα και κόντρα στην επίσημη γραμμή του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, η ιδεολογικοπολιτική κατάσταση του οποίου είναι γνωστή και δεν υπάρχει λόγος να σταθούμε αναλυτικά.
Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημάνουμε ότι η δομή του συνδικαλιστικού κινήματος στη Γαλλία διαφέρει απ’ αυτή της Ελλάδας καθώς πρακτικά –παρά την αυτονομία των συνδικάτων- κάθε κόμμα (σοσιαλδημοκράτες, δεξιοί, τροτσκιστές κλπ) στη Γαλλία έχει πρακτικά και τη δική του τριτοβάθμια εργατική συνδικαλιστική οργάνωση.
Με εξαίρεση την FO (τροτσκιστές) που έχει μια δισυπόστατη στάση δρώντας στο πλαίσιο των κινητοποιήσεων αλλά και παζαρεύοντας με την κυβέρνηση, τα άλλα τριτοβάθμια συνδικάτα των Ρεπουμπλικάνων του Σαρκοζί (Γαλλική δεξιά) και η CFDT του σοσιαλιστικού κυβερνώντος κόμματος δεν συμμετέχουν στην απεργία, αντίθετα λειτουργούν υπονομευτικά, αντιστοιχίζοντας τη στάση τους με τη στάση των πολιτικών τους φορέων για την οποία θα μιλήσουμε αναλυτικά παρακάτω.
Βεβαίως η στάση της FO των τροτσκιστών είναι δισυπόστατη και από μια άλλη άποψη. Βρίσκεται σε αντιπαράθεση με τη CGT για το περιεχόμενο και τους στόχους της απεργίας, καθώς σε αντίθεση με τη CGT που θέτει ως κεντρικό ζήτημα (τουλάχιστον μέχρι ώρας) την πλήρη απόσυρση της μεταρρύθμισης, οι Γάλλοι τροτσκιστές στο συνδικαλιστικό κίνημα επικεντρώνουν την αντίθεσή τους στο άρθρο 2 και στις προϋποθέσεις που θα υπερισχύουν οι επιχειρησιακές έναντι των γενικών συλλογικών συμβάσεων.
Το συμπέρασμα είναι αδιαφιλονίκητο: Η απεργία καθοδηγείται από τη CGT, η οποία σημειωτέον έχει διακόψει τις συνομιλίες της με την κυβέρνηση τους τελευταίους μήνες. Εξαιρετικά διδακτική είναι η πείρα από τη μορφή της απεργίας που έχει επιλεχθεί για να διατηρείται η διάρκειά της, να ενισχύεται η μαχητικότητά της και τα μαζικά της χαρακτηριστικά αλλά και να διασφαλίζεται η πανεθνική διάστασή της και πολιτικής της επίδραση.
Δεν πρόκειται για μια γενική καθολική απεργία με τον τρόπο που τις γνωρίζουμε στην Ελλάδα. Πρόκειται για προκήρυξη απεργιών σε συγκεκριμένους κλάδους, που υπάρχουν συγκεντρωμένες εργατικές δυνάμεις, κυρίως του ιδιωτικού τομέα και των αντίστοιχων με αυτό που στην Ελλάδα θα λέγαμε ΔΕΚΟ στο χώρο της βιομηχανίας, των μεταφορών και της ενέργειας, ενώ από το δημόσιο τομέα κυρίως συμμετέχουν οι εργαζόμενοι από το χώρο της εκπαίδευσης. Ταυτόχρονα όμως ο απεργιακός σχεδιασμός, που επιτρέπει αυτή τη διάρκεια, έχει και το στοιχείο της εξοικονόμησης δυνάμεων, της δημιουργίας εφεδρειών.
Δεν μιλάμε για μια καθολική απεργία διαρκείας αλλά για την προκήρυξη κυλιόμενων απεργιών ανά περιοχή όπου υπάρχουν οι επιχειρήσεις ενός κλάδου έτσι ώστε τη μια μέρα π.χ. να απεργούν οι εργάτες ενός πυρηνικού εργοστασίου σε μια πόλη ενώ δουλεύει το άλλο σε μια άλλη πόλη και την επόμενη μέρα γίνεται το αντίστροφο και αυτό συμβαίνει με τις επιχειρήσεις όλων των κλάδων. Με τον τρόπο αυτό αντιμετωπίζεται και η καταστολή και διατηρείται υψηλό το ηθικό και το αγωνιστικό φρόνημα των εργατών, καθώς όταν σε μια επιχείρηση μιας συγκεκριμένης πόλης δεν μπορεί να κρατηθεί μια απεργία εξαιτίας της αστυνομικής επέμβασης, λύνεται και προκηρύσσεται σε αντίστοιχη επιχείρηση άλλης πόλης!
Έτσι διατηρείται η πανεθνική διάρκεια και αντοχή της απεργίας και υπηρετείται ο στόχος της κλιμάκωσης με πρώτο σταθμό κορύφωσης της απεργίας να έχει τεθεί για τις 14 Ιούνη όταν και θα εισαχθεί στη Γερουσία, ο καταρχήν εγκεκριμένος εργατικός νόμος από τη Γαλλική βουλή. Παράλληλα δε, με τον τρόπο που εξελίσσεται η απεργία πετυχαίνεται η ταυτόχρονη δράση και ζύμωση ανάμεσα στους εργάτες.
Συμπυκνώνοντας τη μέχρι τώρα πείρα της απεργίας από τη μορφή του αγώνα των Γάλλων εργατών πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι ο απεργιακός αγώνας κρατιέται και ενισχύεται γιατί αποτελεί αντιγραφή της λογικής της αλλαγής βάρδιας και εργασιακής πειθαρχίας με την οποία δουλεύουν οι εργάτες στις επιχειρήσεις.
Αυτά ακριβώς τα εργατικά χαρακτηριστικά παίζουν σημαντικό ρόλο στην περιφρούρηση της απεργίας από την εξάντληση και τη σπατάλη δυνάμεων, διαφοροποιούν αυτό τον αγώνα από τα μικροαστικά ξεσπάσματα που κορυφώνονται, αλλά και ξεφουσκώνουν απότομα. Και η διαφοροποίηση αυτή έχει ως αποτέλεσμα η συγκεκριμένη απεργία εξαιτίας της διάρκειάς της και του στόχου της που είναι η καθολική εναντίωση στην εργασιακή μεταρρύθμιση, να έχει ευρύτερη κοινωνική επίδραση και η βιομηχανική εργατική τάξη της Γαλλίας υπό την καθοδήγηση της CGT να αναδεικνύεται σε παράγοντα διαμόρφωσης των πολιτικών εξελίξεων στη Γαλλία με ότι αυτό σημαίνει για την Ευρωπαϊκή και διεθνή πολιτική σκηνή.
Είναι εξόχως αποκαλυπτική και από οικονομική και από πολιτική άποψη η δήλωση του Γάλλου πρωθυπουργού Μ. Βαλς πως: «αν ενδίδαμε στον δρόμο και στη CGT επειδή μας απασχολούσε επίμονα η σύντομη περίοδος μέχρι το 2017 (οπότε θα διεξαχθούν προεδρικές εκλογές) θα χάναμε τα πάντα».
Πίσω όμως από αυτή τη φράση πυγμής, που επιχειρεί να δείξει η κυβέρνηση του προέδρου Φρ. Ολάντ, κρύβεται η πλήρης αδυναμία του Σοσιαλιστικού κόμματος να πραγματοποιήσει ελιγμούς, ώστε να εξασφαλίσει την τελική ψήφισή του νόμου. Η απεργία ασκεί σημαντική πίεση στο κυρίαρχο πολιτικό σύστημα της αστικής τάξης της Γαλλίας και η κυβέρνηση επιχειρεί με τρικ να χρυσώσει το χάπι για ένα μέρος των βουλευτών της, που ζητούν αλλαγές για να το ψηφίσουν. Μάλιστα και ο Γάλλος υπουργός οικονομικών Σαπέν έχει ζητήσει μικροαλλαγές στο άρθρο 2, που αφορά στις προϋποθέσεις ισχύος μιας επιχειρησιακής σύμβασης έναντι της συλλογικής που υπογράφει το συνδικάτο, μικροαλλαγές, που μόνο στόχο έχουν να βάλουν τρικλοποδιές στον απεργιακό αγώνα των εργαζομένων και να διευκολύνουν την απόσυρση της FO από την απεργία για να δημιουργήσουν κλίμα απομόνωσης της CGT.
Το πώς θα εξελιχτούν τα πράγματα δεν το ξέρουμε. Ωστόσο με βεβαιότητα μπορούμε να διαπιστώσουμε τις πολιτικές παραμέτρους που διαμορφώνουν το σκηνικό αυτή τη στιγμή στη Γαλλία και να δούμε τις πολιτικές τάσεις, που διαγράφονται στη δεύτερη δύναμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η πολυήμερη αυτή απεργία που συνεχίζεται θέτει θέμα πολιτικής σταθερότητας της Γαλλίας. Το Σοσιαλιστικό κόμμα βυθίζεται ακόμα περισσότερο στην εδώ και καιρό ιδεολογικοπολιτική του κρίση και εκλογική φθορά και προσωπικά ο Ολάντ βρίσκεται σε καθεστώς πλήρους απαξίας. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι αποτελεί οριστικά και αμετάκλητα παρελθόν η κατάταξη του Σοσιαλιστικού κόμματος στη συνείδηση της Γαλλικής κοινωνίας, στο χώρο της Αριστεράς.
Πληροφορίες θέλουν τον Γάλλο πρόεδρο και την κυβέρνησή του να εξετάζει το ενδεχόμενο να θέσει υπό τη μορφή ψήφου εμπιστοσύνης την τελική ψήφιση του νόμου στη βουλή, απειλώντας με παραίτηση της κυβέρνησης αν δεν ψηφιστεί η μεταρρύθμιση. Σε μια τέτοια περίπτωση αν η Γαλλία οδηγηθεί σε πρόωρες βουλευτικές εκλογές, τότε με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα το Σοσιαλιστικό κόμμα κινδυνεύει με συντριβή και δεν είναι απίθανο να συμβεί το εξής παράδοξο, που θα βυθίσει σε μια σοβαρή πολιτική κρίση τη Γαλλική αστική τάξη: Να επικρατήσουν οι Ρεπουμπλικάνοι του Σαρκοζί ή οι ακροδεξιοί της Λεπέν και να έχει την προεδρία το Σοσιαλιστικό κόμμα, κάτι που θα υποχρεώσει σε κυβερνητική συγκατοίκηση των βασικών πολιτικών αντιπάλων στη Γαλλία.
Βέβαια δε λείπουν και αναλύσεις που επαναφέρουν στο προσκήνιο της πολιτικής ζωής της Γαλλίας, εξαιτίας της απεργίας, το Ζ. Μελανσόν του Κόμματος της Αριστεράς και ηγούνταν στις προηγούμενες προεδρικές εκλογές του Μετώπου της Αριστεράς (συμμαχία του κόμματός του με το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, η οποία ωστόσο έχει υποστεί ρήγμα λόγω των αντιθέσεων στο εσωτερικό της).
Απ’ αυτή την άποψη έχει ενδιαφέρον να υπογραμμίσουμε είτε την επιθετικότητα, είτε την αμηχανία των παραπάνω αστικών πολιτικών δυνάμεων της Γαλλίας. Η Γαλλική δεξιά, οι Ρεπουμπλικάνοι όπως έχει μετονομαστεί το UMP στο οποίο ηγείται ο πρώην πρόεδρος Σαρκοζί, έχει καταψηφίσει την εργασιακή μεταρρύθμιση της κυβέρνησης από ακόμα πιο αντιδραστική σκοπιά θεωρώντας περισσότερο επιδερμικές παρά ουσιαστικές τις ανατροπές στις εργασιακές σχέσεις. Σ’ αυτό το πλαίσιο αναλυτές δεν αποκλείουν αν τεθεί θέμα καταψήφισης της μεταρρύθμισης από μερίδα βουλευτών του Σοσιαλιστικού κόμματος, η Γαλλική δεξιά να το ψηφίσει και να διασώσει έτσι την αντεργατική μεταρρύθμιση.
Μάλιστα θα πρέπει να σημειώσουμε ότι τα στελέχη του Σαρκοζί είναι που κρατούν ανοιχτά επιθετική στάση έναντι της απεργίας και από της στήλες της «Le Figaro», εφημερίδας που απηχεί της απόψεις των Γάλλων Ρεπουμπλικάνων, διατυπώνεται η άποψη να τεθεί εκτός νόμου η CGT.
Από την άλλη μεριά το Εθνικό Μέτωπο της Λεπέν, η ακροδεξιά δηλαδή στη Γαλλία, έχει σχετικά πιο ευέλικτη στάση, που, ωστόσο, δεν μπορεί να κρύψει την αμηχανία της μπροστά στην απεργία που καθοδηγεί η CGT. Η Λεπέν έχει καταψηφίσει την μεταρρύθμιση «Ελ Κομρί» με αντιευρωενωσιακή ρητορεία και από εθνικιστική σκοπιά. Επισήμως το Εθνικό Μέτωπο τηρεί σιγήν ιχθύος απέναντι στην απεργία, ωστόσο μεσαία στελέχη ή βουλευτές, που δεν είναι στη βιτρίνα του ακροδεξιού κόμματος συντάσσονται ανοιχτά με τη θέση της Γαλλικής δεξιάς, όπως διατυπώνεται μέσα από τη φιλική της εφημερίδα «Le Figaro» για απαγόρευση της CGT. Σ’ αυτό δε, θα πρέπει να συμπληρώσουμε, για να έχουμε πλήρη εικόνα, ότι το κόμμα της Λεπέν έχει ψηφίσει υπέρ του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης μαζί με την κυβέρνηση Ολάντ και το Σαρκοζί, καθεστώς χάρη στο οποίο εφαρμόζεται η πρωτοφανής καταστολή σε βάρος των απεργών.
Από την άποψη αυτή η απεργία στη Γαλλία βγάζει στην επιφάνεια τις σχέσεις των τάξεων και των αντίστοιχων πολιτικών δυνάμεων. Θέτει ενώπιον της εργατικής τάξης σε δοκιμασία την ακροδεξιά δημαγωγία και το λαϊκισμό. Και αυτό έχει τη σημασία του, γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε, πως αν διαγράφεται πολιτικά, τουλάχιστον πριν από την απεργία, μια τάση μέσα στους κόλπους της εργατικής τάξης, ήταν η ραγδαία φθορά του Σοσιαλιστικού κόμματος και η πλειοψηφική στροφή προς το Εθνικό Μέτωπο της Λεπέν.
Με βάση όλα αυτά μπορούμε να συνοψίσουμε ως εξής: Η εργατική τάξη της Γαλλίας βρίσκεται σε έναν πολυήμερο απεργιακό αγώνα με σημαντική ως τώρα επιτυχία προσπερνώντας από την άποψη της κίνησης των μαζών τα πολιτικά όρια που θέτει η υπάρχουσα πολιτική σκηνή της Γαλλίας, συμπεριλαμβανομένου του Κομμουνιστικού Κόμματος και του Μετώπου της Αριστεράς και βάζει τη σφραγίδα της δράσης της εργατικής τάξης σε ανακατατάξεις το πολιτικό σύστημα της Γαλλίας.
Αυτό βάζει αντικειμενικά σε δοκιμασία τη στρατηγική και το χαρακτήρα όλων των κομμάτων. Ταυτόχρονα όμως αυτή η κατάσταση θέτει συγκεκριμένα όρια τα οποία οι μάζες δεν μπορούν να ξεπεράσουν από μόνες τους. Αν προκύπτει ένα συμπέρασμα είναι πως η μεγαλύτερη αδυναμία αυτής της απεργίας είναι η έλλειψη ενός πολιτικού προγράμματος από πλευράς του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κινήματος, στο οποίο θα ακουμπάει μια τέτοιας κλίμακας και διάρκειας απεργία.
Το γεγονός ότι το ΚΚ Γαλλίας και το Κόμμα της Αριστεράς στηρίζουν αυτές τις απεργιακές κινητοποιήσεις δεν λύνει το ουσιώδες πρόβλημα, που συνίσταται στην απόλυτη προτεραιότητα, που πρέπει να έχει η πολιτική στην πάλη της εργατικής τάξης. Ούτε λύνει το πρόβλημα το ότι το ΚΚ Γαλλίας δεν ψήφισε την τελευταία παράταση του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης, το οποίο όμως ψήφισε το περασμένο φθινόπωρο μαζί με τις άλλες αστικές δυνάμεις του Γαλλικού κοινοβουλίου.
Αν κάτι μας λέει τελικά η Γαλλία σήμερα είναι ότι ο μόνος τρόπος για να ανακάμψει το Κομμουνιστικό Κίνημα είναι η αποκατάσταση του ρόλου του, ως επαναστατικού πολιτικού υποκειμένου, μόνο στη βάση του Μαρξισμού-Λενινισμού. Βάση στην οποία πρέπει να πατήσει μια Λενινιστική επαναστατική τακτική, που θα συμπυκνωθεί σε ένα πολιτικό πρόγραμμα το οποίο θα έχει ως κεντρικό άξονα την αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, την εκδίωξη της αστικής τάξης από την εξουσία και την προώθηση μέτρων, συγκεκριμένων βημάτων που θα ανοίγουν το δρόμο για το σοσιαλισμό.

Το παράδειγμα της Γαλλίας, το οποίο κατά τη γνώμη μας αφορά σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μας λέει ότι η εργατική τάξη έχει τη δύναμη και οι λαϊκές μάζες θέλουν. Το ερώτημα πια αν μπορούν οφείλει να το απαντήσει αποκλειστικά το Κομμουνιστικό Κίνημα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου