.

.

Παρασκευή, 1 Μαΐου 2015

Μάης του 1936

Δώδεκα άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους με πρώτο τον 25χρονο αυτοκινητιστή Τάσο Τούση από το Ασβεστοχώρι. Οι σύντροφοί του τον βάζουν σε μια ξύλινη πόρτα που ξήλωσαν από οικοδομή για να τον μεταφέρουν. Η μάνα του πεσμένη στα γόνατα τον μοιρολογεί μέσα στο δρόμο, γύρω χωροφύλακες και διαδηλωτές. Τη σπαρακτική εικόνα αποτυπώνει ο φωτογραφικός φακός, φτάνει σε όλη την Ελλάδα και ο μεγάλος ποιητής Γιάννης Ρίτσος κλονίζεται και μέσα σε τρεις ημέρες γράφει 14 από τα 20 ποιήματα και δημοσιεύει κάποια εξ αυτών στον Ριζοσπάστη στις 12 Μαΐου.

Γιάννης Ρίτσος, Επιτάφιος (απόσπασμα)
«Γιέ μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,
πουλάκι της φτωχιάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,
πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω
και δε σαλεύεις, δε γρικάς τα που πικρά σου λέω;
Γιόκα μου, εσύ που γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
Που μάντευες τι πέρναγα κάτου απ' το τσίνορό μου,
τώρα δε με παρηγοράς και δε μου βγάζεις άχνα
και δε μαντεύεις τις πληγές που τρώνε μου τα σπλάχνα;
Πουλί μου, εσύ που μου φερνες νεράκι στην παλάμη
πώς δε θωρείς που δέρνουμαι και τρέμω σαν καλάμι;
Στη στράτα εδώ καταμεσίς τ΄ άσπρα μαλλιά μου λύνω
και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο.
Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι που σωπαίνει
κι είναι σα να μου θύμωσε και σφαλιγμένο μένει.
Δε μου μιλείς κι η δόλια εγώ τον κόρφο δες, ανοίγω
και στα βυζιά που βύζαξες τα νύχια, γιέ μου μπήγω».

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου