Tης Κατερίνας Παπαστεργίου
Σταρένια επιδερμίδα, πράσινα ολοστρόγγυλα μάτια και μια πλεξούδα που έφτανε μέχρι την μέση. Πλησίασε με φωνή χαμηλή και βραχνή αλλά ηχούσε τόσο ιδιαίτερη και παιδική όσο φαινόταν. Ακούμπησε στο τραπέζι του παραλιακού μαγαζιού τα κουρασμένα κατακόκκινα τριαντάφυλλά της. “Θα πάρετε λουλούδια; Έχω και χαρτομάντιλα, αναπτήρες…..Πάρτε κάτι”. Επέμενε, επιζητούσε την προσοχή με τόσο σθένος να της ρίξεις ένα βλέμμα, να της απαντήσεις έστω και αν ήξερε πως δεν θα της έδινες ούτε ένα κέρμα. Δεν το θεώρησε χάσιμο χρόνου, ότι δεν θα αγοράζαμε το κατάλαβε από την πρώτη στιγμή. Ήταν από τις λίγες περιπτώσεις αν όχι η μοναδική που ήθελε λίγη κουβέντα, να ακούσει χωρίς να πει λέξη λες και είχε ξεχάσει τον τρόπο που μιλούν οι άνθρωποι. Έδειχνε να διασκεδάζει αυτά που άκουγε λες και της άρεσε η προφορά των λέξεων.




