Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

Μία μέρα στο Κέντρο Υποδοχής Μεταναστών Θεσσαλονίκης

Ανηφορίζοντας την οδό Σιατίστης στο κέντρο δε γίνεται να μην ξεχωρίσεις τη μεγάλη πόρτα και την ακόμα μεγαλύτερη ταμπέλα που σε ενημερώνει ότι στο κτήριο κατοικούν μετανάστες. «Κέντρο Υποδοχής Θεσσαλονίκης» αναγράφεται με ευδιάκριτα γράμματα. Εκεί όπου πενήντα άτομα σε λίγες ημέρες από σήμερα κινδυνεύουν να μείνουν στον δρόμο. Στην άκρη του διαδρόμου, δίπλα σε λάστιχα και παλιά αντικείμενα, βρίσκεται η Κωνσταντίνα, η μαγείρισσα του κτιρίου. Για τους φίλους Ντίνα.
Το σημερινό πρόγραμμα έχει κοτόπουλο με πατάτες. Τα υλικά προσφορά ιδιωτών. Δεν φτάνουν για όλους. Οι μερίδες είναι μικρές. Πρώτα τρώνε τα παιδιά, ύστερα οι μεγάλοι. Περιμένει τα τρία μεγαλύτερα παιδιά της να έρθουν από το σχολείο. Το τέταρτο, το μικρότερο, κοιμάται πάνω. «Δεν έχει κάνει ακόμα όλα τα εμβόλια για να πάει στον παιδικό σταθμό», ψιθυρίζει. Πλένει τα χέρια της και μου δείχνει το ημερολόγιο στον τοίχο πάνω από κάτι κούτες. 10 Απριλίου. Σε περίπου 3 εβδομάδες από τώρα τους έχουν απειλήσει με έξωση. Φοβάται ότι σε αυτές τις κούτες θα κοιμάται τα βράδια του Μαΐου. «Τον Μάιο θέλουν να μας διώξουν. Θέλουν να χρησιμοποιήσουν αλλιώς το κτίριο. Δεν σκέφτονται που θα μεταφερθούμε όλοι εμείς. Πώς θα ζήσουμε. Βρίσκομαι 18 χρόνια στην Ελλάδα, τον τελευταίο χρόνο κατοικώ στο συγκεκριμένο κτίριο. Δεν έβρισκα άλλη λύση. Καθημερινά μας φοβίζουν ότι θα έρθει η αστυνομία να μας κάνει έξωση. Δεν μπορείς να ζήσεις έτσι. Κανείς δεν νοιάζεται για εμάς», αναφέρει.
Μου δείχνει τις γυναικείες τουαλέτες. Στις μπανιέρες έχουν τοποθετηθεί κουρτίνες και κουβέρτες για να κάνουν μπάνιο. Οι πόρτες δεν κλειδώνουν. «Όποιος θέλει μπορεί να μπει ανά πάσα στιγμή. Καθημερινά γίνονται φασαρίες. Δεν υπάρχει καμία οργάνωση. Εμείς προσπαθούμε να είμαστε όσο πιο τυπικοί γίνεται. Σηκώνομαι από τις 06:30. Ετοιμάζω τα παιδιά για το σχολείο, συμμαζεύω και καθαρίζω. Τα έχω γράψει στο ολοήμερο. Εγώ δεν μπορώ να τα διαβάσω. Δεν ξέρω. Στο ολοήμερο τα προσέχουν. Βλέπω κάθε χρόνο μεγάλη πρόοδο. Ο μεγάλος μου, ο Βαγγέλης, θέλει να γίνει ποδοσφαιριστής. Οι άλλες δύο έχουν άλλα σχέδια. Η Ζαχρά ονειρεύεται να γίνει δασκάλα, η Κλαίρη θέλει να γίνει σαν τη μαμά της, καθαρίστρια, να φροντίζει σπίτια. Όταν επιστρέφουν από το σχολείο τρώνε και τους κάνω μπάνιο. Όλοι έχουν να λένε για τα παιδιά μου», προσθέτει με περηφάνια. Στον πάνω όροφο με περιμένει ο κύριος Αλέξανδρος. Ξαπλωμένος με μία παλιά κόκκινη κουβέρτα στα πόδια. Ένας χρόνιος τραυματισμός δεν του επιτρέπει να σηκωθεί. Στη μικρή τηλεόραση παίζει ιταλική τηλεόραση με ασθενές σήμα. Μου προσφέρει ένα ποτήρι νερό και μου δείχνει τις ζωγραφιές του στο δωμάτιο πάνω από τις κίτρινες καρέκλες. Η έμπνευση του είναι η πατρίδα του, η Συρία. Όμορφα τοπία κοσμούν έναν βρώμικο τοίχο. Οι δημιουργίες του, μου αναφέρει με υπερηφάνεια, εκτέθηκαν φέτος σε μία έκθεση στη Γερμανία. Είναι το μοναδικό ευχάριστο νέο από τότε που πάτησε το πόδι του στην Ελλάδα.
«Βρίσκομαι στην Ελλάδα τα τελευταία δύο χρόνια και κάτι. Τον τελευταίο χρόνο κατοικώ στο κέντρο των μεταναστών. Δεν χρειάζεται να σου πω γιατί έφυγα από την πατρίδα μου. Ο πόλεμος. Εκεί ή θα πάρεις όπλο ή κάποιος θα καθαρίσει για εσένα. Ξεκάθαρα πράγματα. Εγώ φίλε μου δεν τα γουστάρω αυτά. Έχω έναν γιο να μεγαλώσω. Τους πήρα όλους μαζί και ξεκινήσαμε. Κοιμηθήκαμε στον δρόμο νύχτες ολόκληρες. Τρώγαμε ότι βρίσκαμε. Τώρα κινδυνεύουμε και πάλι να βρεθούμε στον δρόμο. Να σου πω το πιο παράξενο; Δεν μας αφήνουν να φύγουμε. Έκανα τα χαρτιά μου. Όλα νόμιμα. Μου πήγαιναν την πράσινη κάρτα συνεχώς ένα εξάμηνο πίσω. Στο τέλος μου ήρθε ένα χαρτί απέλασης. Πήραμε τα υπάρχοντά μας και πήγαμε στο αεροδρόμιο. Δεν μας άφησαν να φύγουμε. Δεν έχετε τα χαρτιά που πρέπει μας απάντησαν. Δεν ζούσαμε πάντα έτσι. Δεν ξέρω τι μπορεί να πιστεύεις. Ζούσαμε με αξιοπρέπεια στη χώρα μας. Τώρα η γυναίκα μου μαζεύει πολλές φορές φρούτα από τις λαϊκές τα βράδια, ο μικρός τρέχει να πουλήσει μικροπράγματα που φτιάχνει, εγώ όποτε μπορώ, λόγω του ποδιού, κάνω μεροκάματα. Θέλουμε να φύγουμε. Γερμανία, Σουηδία, κάπου καλύτερα. Σκεφτόμαστε σοβαρά αν μας διώξουν από εδώ να ξεκινήσουμε με τα πόδια κι όπου φτάσουμε.
Δίπλα του σε όλη τη συνέντευξη κάθεται ο μικρός του γιος, ο Χαϊντάρ. Μαθητής της 1ης Λυκείου στο Διαπολιτισμικό σχολείο και αστέρι στην ελληνική ιστορία. «Ρώτα με ό,τι θέλεις» με προκαλεί με χαμόγελο. Τα απογεύματα μετά το σχολείο προσπαθεί να πουλήσει πράγματα στις λαϊκές ή παίζει ποδόσφαιρο. Η ξεφτισμένη μπάλα που έχει δίπλα στο κρεβάτι του είναι η διέξοδός του. Ήδη ομάδες της πόλης του ζήτησαν να γραφτεί στις ακαδημίες τους. «Όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω ή φαρμακοποιός ή ποδοσφαιριστής σαν τον Μέσι. Στην Ελλάδα δεν έχω κάποιον αγαπημένο παίκτη. Περισσότερο μου αρέσουν οι ξένοι». Το ταλέντο στη ζωγραφική κληρονομιά από τον πατέρα του. Στον απέναντι τοίχο ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο με κόκκινες μπάλες θυμίζει τα πρώτα του Χριστούγεννα στην Ελλάδα. Η φετινή του ευχή είναι μόνο να αλλάξει χρόνο μέσα σε ένα σπίτι κι όχι στους δρόμους. Και να πάρει το πρωτάθλημα η Μπαρτσελόνα. Για τον Γιάννη Παπανίκο η συνύπαρξη με αυτούς τους ανθρώπους και η φωτογραφική αποτύπωση της καθημερινότητάς τους είναι ένα μάθημα ζωής. «Για εμένα η φωτογραφία είναι τρόπος έκφρασης. Μπορώ να πω και να εκφράσω πολύ περισσότερα πράγματα με ένα φωτογραφικό κάδρο. Ξεκίνησα το πρότζεκτ μου τον Οκτώβριο του 2013 και οι τελευταίες φωτογραφίες τραβήχτηκαν αρχές Φεβρουαρίου. Όταν πρωτομπήκα στον χώρο έπαθα σοκ με αυτά που είδα. Βρωμιά, άθλιες συνθήκες διαβίωσης. Λυπάσαι γιατί μία ευρωπαϊκή χώρα δεν μπορεί να προσφέρει τα προβλεπόμενα σε ανθρώπους που το έχουν ανάγκη. Ένιωσα σαν να βρισκόμουν στην Ινδία. Όλοι ήταν καχύποπτοι απέναντί μου. Ακόμα και όταν τους έλεγα ότι ήθελα με αυτόν τον τρόπο να κάνω το θέμα τους γνωστό οι περισσότεροι με κοιτούσαν παράξενα. Η απελπισία τους είχε οδηγήσει ακόμα και σε θεωρίες συνωμοσίας. Σιγά σιγά με κάποιες οικογένειες ανέπτυξα φιλικές σχέσεις. Μου μοιράστηκαν πράγματα. Τους φωτογράφησα σε όλο αυτό που περνούσαν.
Μετά την άνοδο και της Χρυσής Αυγής τα πράγματα έχουν γίνει ακόμα πιο δύσκολα για τους μετανάστες. Μας θεωρούν συνυπεύθυνους στην άνοδο των ακροδεξιών στοιχείων. Οι περισσότεροι έρχονται εδώ για να μεταφερθούν στη συνέχεια σε κάποια άλλη χώρα. Συχνά δεν τα καταφέρνουν και αυτό φαίνεται στη συμπεριφορά τους. Φτάνουν να μισούν τη χώρα που τους φιλοξενεί προσωρινά και αναζητούν απεγνωσμένα έναν τρόπο διαφυγής». Τον ρωτάω να μου περιγράψει τα καλύτερα πορτρέτα του καθώς και τις δυσκολίες που αντιμετώπισε στη δουλειά του. «Πρέπει να ξέρει ότι οι Μουσουλμάνοι δεν θέλουν να φωτογραφίζονται. Ειδικά με τις γυναίκες τους έχουν τεράστιο θέμα. Ακόμα και οι ίδιες κρύβονταν τρέχοντας όταν με έβλεπαν. Όσα παιδιά δέχτηκαν να τα φωτογραφίσω είχαν κάτι περίεργο στο βλέμμα τους. Ενώ χαμογελούσαν δεν είχαν το τυπικό χαμόγελο ενός τυπικού παιδιού με μοναδική έγνοια το παιχνίδι. Αυτά χαμογελούσαν με ένα τρόπο θλιβερό. Δεν έχουν περάσει και λίγα. Έχουν ωριμάσει πολύ πριν την ώρα τους. Φωτογράφισα ένα κοριτσάκι από το Αφγανιστάν στην ταράτσα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το βλέμμα του», καταλήγει, την ώρα που ο Χαϊντάρ του ζητά να αφήσει κάτω την κάμερα να καθίσει τέρμα για να εξασκηθεί στα πέναλτι. Δεν χτίζονται χωρίς προπόνηση οι πρωταθλητές.










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου