Τετάρτη, 14 Μαΐου 2014

Η μητέρα του κόσμου



Ξύπναγες πιο νωρίς απ’ όλους μητέρα,
είχες άλλες έννοιες εσύ, απ’ τις δικές μου,
και θυμάμαι που ‘ρχόσουν στον ύπνο μου
και με ανάσαινες από πάνω,
σαν την βροχή που υγραίνει το χώμα,

απαραίτητη,

κι εγώ επίμονα δεν άκουγα τις προσευχές,
γιατί φοβόμουν,
μήπως δεν ήμουν αυτό που ήθελες,
αφού έκρυβα στην αγκαλιά μου πουλιά ματωμένα,
ή πουλούσα μερικές λέξεις για ν’ αγοράσω γαλήνη,
εσύ μ’ αγάπαγες γιατί διψούσες γι' άντρα,
αργά έπαιρνες τα βήματα μες το σκοτάδι, αέρινα,
χρόνια τώρα, έμαθες, να υπομένεις,
κι ύστερα μόνη συλλογιόσουν, κάτι ψέλλιζες,
πάντα κάτι έκρυβαν τα χείλη σου,

ένα πανάρχαιο μυστικό,

μια ανησυχία αιώνων έφερνες μαζί σου,
η Μητέρα του Κόσμου, έλεγα, και με ‘διωχνες
για να μην κλάψεις, μην δει κανείς τα μάτια σου
λυτά στις υποσχέσεις που ‘σβησαν,
τα τρεμάμενα, γέρικα, δάχτυλα δείχνανε ορίζοντες,
κατά κει που ανέτελλε το φως των ματιών σου,
τα δυο άστρα των νυχτερινών μου περιπλανήσεων,
και τα μαύρα σου μαλλιά, πέπλα, βραδινών αποκαλύψεων,
η ίδια μου η ψυχή.

του Κώστα Άκσελου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου